Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λήθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λήθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Το ξόρκι της λήθης



Όταν είχε ξεκινήσει η φρενίτιδα με τα βιβλία του Χάρρυ Πόττερ, ένα φιλαράκι είχε ενημερώσει κι εμένα.
«Σιγά ρε που θα κάτσω να διαβάσω κι εγώ τέτοια.» είχα πει, με το γνώριμο αποδοκιμαστικό μου ύφος, που πάντα σήμαινε πως όλα όσα είπα θα τα λουστώ.

Τα χρόνια πέρασαν, είχαν βγει τα πρώτα τέσσερα βιβλία αν θυμάμαι καλά, κι εγώ δεν είχα διαβάσει μισή λέξη!
Ήταν τέτοια εποχή, δεκαπέντε μέρες πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων και είχα τότε αναλάβει ένα κοριτσάκι. Δε μελετούσε για το σχολείο και τις εξετάσεις της κι αποφάσισα να της κατάσχω τα βιβλία του Πόττερ που την απασχολούσαν , μέχρι να τελειώσει η σχολική χρονιά.

Από περιέργεια άνοιξα να διαβάσω τι σκατά ήταν αυτό που την είχε απορροφήσει τόσο και κόλλησα! Κάθισα και διάβασα όλα τα βιβλία με μιαν ανάσα σχεδόν. Θυμάμαι πως κοτζάμ γαϊδάρα, γιατί τα είχα τα χρονάκια μου , στην αλλαγή του χρόνου οι δικοί μου έκοβαν την βασιλόπιττα κι εγώ δεν άφηνα το βιβλίο από τα χέρια μου λες και θα έδινα εξετάσεις!

Προφανώς το παιδί που έκρυβα μέσα μου, ψοφούσε για μαγικές λύσεις σε όλα. Να κάνεις ένα ξόρκι κι όλα ή σχεδόν όλα, να αλλάζουν, να διορθώνονται, να γίνονται…
Πιο πολύ με τραβούσε η ιδέα του να κάνεις ένα ξόρκι και οι δουλειές του σπιτιού να γίνονται από μόνες τους!

Αλλά ακόμα πιο πολύ, θα ήθελα να υπάρχει το ξόρκι της λήθης.
Όλα όσα με χαλάνε να τα σβήσω.
Να σβήσω κι εμένα στις πιο δύσκολες στιγμές μου.
Να φορέσω μόνιμα το χαμόγελο και να μη με νοιάζει ακόμα κι αν υπήρχε καταστροφή γύρω μου. Αφού θα μπορούσα να την ξεχάσω μετά και κανένα σημάδι να μη μείνει.

Όσο περνούν τα χρόνια, καταστάσεις κι άνθρωποι χαράζονται μέσα στην ψυχή και στο μυαλό μας.
Προσπαθούμε να τα διαχειριστούμε όλα. Κάθε μέρα, όλη μέρα.
Κι όσο προσεκτικοί και να είμαστε, όλα έχουν το αποτύπωμα και το τίμημά τους.

Κανένας δεν έζησε ατσαλάκωτα. Κανένας δεν έφτασε στο τέλος χωρίς σημάδια.
Κάποιοι τα κατάφεραν πιο καλά. Κάποιοι άλλοι χάθηκαν μέσα στο ζόρι.
Θέλει πολύ λες να χάσεις τη δύναμη, την πίστη, την εμπιστοσύνη, το μυαλό σου;

Αυτοί που τα κατάφεραν και συγκρατήθηκαν,  πιστεύω πως ήταν αυτοί με την λεγόμενη επιλεκτική μνήμη.
Που κατάφεραν κι έθαψαν βαθιά όσα τους πόνεσαν.
Που κατάφεραν κι έθαψαν οριστικά τον μαλάκα εαυτό τους.

Γιατί αυτό που μας πειράζει πιο πολύ, είναι η δική μας ευθύνη!
Το πόσο μαλάκες επιτρέψαμε στους εαυτούς μας να γίνουμε, για οποιονδήποτε λόγο.
Γυρνάμε και μας κοιτάμε καμιά φορά και δεν αναγνωρίζουμε το πόσο μαλάκες υπήρξαμε!

Η αρρώστια και ο θάνατος, μας πονούν σαφώς. Αλλά έχουμε μάθει πως είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Όποιος ζει, είναι φθαρτός. Κι έτσι κάποια στιγμή, το ξεπερνάμε κουτσά στραβά. Ή το αποδεχόμαστε.

Εκείνο που ποτέ δεν περνά, είναι όταν ξυπνάμε μια μέρα και διαπιστώνουμε το πόσο μαλάκες γίναμε!
Και τότε ευχόμαστε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας, δια μαγείας να ξεχνούσαμε.
Κι όσοι μας πλήγωσαν, μαζί και πρώτα ο εαυτός μας, να ήμασταν φαντάσματα, που πέρασαν στην λήθη.

Τίνα Βάμβουρα
"...I'm carrying my tears in a plastic bag and it's the only thing I got from you..."
                                                     "...never come back to me..."

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Όλα είναι μνήμη




Τα καλοκαιρινά βράδια στο νησί παρακολουθούσα τη γιαγιά μου και την αδερφή της καθισμένες στο μπαλκόνι, γυρισμένες προς το Ικάριο , να λένε τις ιστορίες τους από τότε που ήταν παιδιά. Τις πλάκες και τα γέλια, τις βεγγέρες τους, τους νεανικούς τους έρωτες. Τα χρόνια που μετανάστευσαν στην Αίγυπτο προσπαθώντας να ζήσουν. Τους άντρες, τις φιλίες τους, τα δύσκολα και τα καλά που πέρασαν, όλα με μεγάλη νοσταλγία. Κάθε βράδυ τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες που ποτέ δε βαριόμασταν να ξανακούμε.

Έρχονταν και τα ξαδέρφια και τα φιλαράκια τους, όλα Χαιλάντερς και έτσι κάποια στιγμή αθροίζοντας τις ηλικίες που είχαμε στο μπαλκόνι, είχαμε φτάσει τα χίλια και συνεχίζαμε… Λέγαμε χασκογελώντας πίσω από την πλάτη τους, να βάλουμε ταμπέλα στα κάγκελα  «Βρεφονηπιακός Σταθμός τα Ζουζουνάκια» όταν κάποια στιγμή όλα τα γερόντια βρίσκανε κάτι για να τσακωθούν κι έπρεπε να πάω έξω να τα χωρίσω μην αρχίσουν κι εκσφενδονίζουν γλυκά του κουταλιού, προσπαθώντας παράλληλα να αποφύγω τα μπαστούνια που κράδαιναν στον αέρα απειλώντας ο ένας τον άλλον.

Η θεία η Νταίζη – Δέσποινα βαφτισμένη, αλλά από τότε που πάτησε το πόδι της στα ξένα, μια φορά την είπαν Νταίζη και δεν άκουγε στο Δέσποινα ξανά… - κοντά στα 97, αλλά με νύχι μακρύ και κόκκινο της ώρας, τσαντάκι και ασορτί καπέλο , δεν πα να ήταν 3 το ξημέρωμα, το καπέλο στη θέση του και μαλλί στην πένα, να επιμένει  τα χιλιάδες χάπια που έπινε με τη χούφτα – όσα ήθελε κι όσα της άρεσε το χρώμα- να τα συνοδεύει με μπύρα… Να ξεχνάει ποια είναι και ποιοι είμαστε οι γύρω και να σηκώνεται το χωριό στο πόδι με τις φωνές που έμπηζε πως η νύφη της  «έκλεψε» το body milk και τώρα αυτή με τι θα αλείφεται…

Να πετάγεται ο ξάδερφος της ο Μανώλης «Θες και body milk ρε χούφταλο; Να σε πάρει ωραία ο Χάρος;» και να γίνεται αναπαράσταση του γάμου του Κουτρούλη , όπου κλάματα , γέλια, μπινελίκια , μπηχτές και αποκάλυψη πικάντικων κι ασυγχώρητων μυστικών εκατέρωθεν έπεφταν σύννεφο…

Είχα ονειρευτεί κάποτε να το ζήσω κι εγώ με τον αδερφό μου. Να καθόμαστε σαν τους γέρους του Μάπετ Σόου, καθώς εμείς είμαστε και κυνικοί , να μιλάμε για τα περασμένα και κάπου γύρω να υπάρχουν τα παιδιά, τα ανίψια  και τα εγγόνια μας, να μας κράζουν. Να μας βαριούνται και να μας αγαπούν ταυτόχρονα.

Να έρχονται κι οι φίλοι , να υπάρχει πάντα ζωή στο σπίτι. Αυτό το σπίτι που είχε πάντα κόσμο. Που είχε πάντα τη μάνα μου να μαγειρεύει και να μπουκώνει όποιον βρίσκει. Να ακούγεται φασαρία , μουσική και γέλιο, χωρίς να έχουμε γιορτή. Αλλά επειδή είναι καλοκαίρι κι όλοι βρισκόμαστε εκεί, στο ραντεβού με αυτόν τον τόπο και τους δικούς μας.

Τα χρόνια πέρασαν πιο γρήγορα από όσο φαντάστηκα. Οι παρουσίες λιγόστεψαν πολύ. Κάποια στιγμή αναπόφευκτα «φεύγουν» και οι Χαιλάντερς… Κάτι ιστορίες , βιντεοκασέτες και κάτι φωτογραφίες έμειναν για να θυμάμαι.

Παιδιά, ανίψια κι εγγόνια δεν τα βλέπω στον μακρινό ορίζοντα… Δεν βλέπω καν τον αδερφό μου να μου κάνει τη χάρη να μη με αφήσει σαν το κούτσουρο.

Τρέμω την ώρα που θα βρεθώ μόνη με το σκύλο εκεί μέσα στην ησυχία.

Λένε πως όταν υπάρχει κάποιος πίσω να σε θυμάται, ουσιαστικά ποτέ δεν πεθαίνεις.
Εγώ θυμάμαι. Σε ποιον θα  μεταφέρω αυτές τις θύμησες;
Σε ποιον θα πω για αυτούς που αγάπησα;
Ολόκληρες γενιές ανθρώπων θα πεθάνουν μαζί με μένα.
Αυτά που έζησαν, αυτά που είπαν, αυτά που ζήσαμε μαζί , θα σβήσουν.

Συνειδητοποιείς πως μεγάλωσες όταν μένεις ο τελευταίος που φυλάει το χώμα που ζήσατε και τις αναμνήσεις.
Όταν κάθεσαι στις καρέκλες τους κι είναι σα να τους βλέπεις ζωντανούς μπροστά σου και γελάς με όσα λέγατε και κάνατε.

Κι ύστερα έρχεται μια τέτοια θλίψη, που νιώθεις πως δε θα ξαναγελάσεις ποτέ πια.
Όλα είναι μνήμη λοιπόν;
Κι αν είχες μια μοναδική ευχή τι θα ‘ταν; Να θυμάσαι ή να χαθείς κι εσύ μέσα στη λήθη;

Τίνα Βάμβουρα